Η ΖΩΟΥΛΑ ΚΑΙ Η ΖΩΗ

Κάποτε ήταν μια ζωούλα

άχαρη, μικρή, χαζούλα

που δεν έσκαγε πολύ

για τα πρέπει και τα μη.

 

Με ελεύθερες ιδέες

κι επιπόλαιες παρέες

έτρεχε εδώ κι εκεί

δίχως διόλου να σκεφτεί.

 

Μες στη λάσπη όλο γλιστρούσε

μα δεν την απασχολούσε

που συνέχεια λερωνόταν

και το ρούχο της σκιζόταν.

 

Ώσπου ξάφνου ένα πρωί

ξεπροβάλλει η Ζωή

με ένα ένδυμα λευκό

κι απ’ τον ήλιο πιο λαμπρό.

 

Είχε ομορφιά και χάρη

κι ένα ολόχρυσο ζωνάρι

που ‘γραφε «Είμαι η Οδός,

η Αλήθεια και το Φως».

 

Η καημένη η ζωούλα

βρώμικη και ασχημούλα

απ’ τα νύχια ως την κορφή

ντράπηκε τόσο πολύ.

 

Η Ζωή στ’ άσπρα ντυμένη

κι η ζωούλα λασπωμένη.

Πού να πάει  να κρυφτεί

η Ζωή να μην τη δει;

 

Όμως η Ζωή την είδε

και μεμιάς κοντά της πήγε

κι έσκυψε να χαιρετήσει

τη μικρή που ‘χε δακρύσει.

 

Με αγάπη τής μιλάει

μα η μικρούλα δεν τολμάει

το κεφάλι να σηκώσει.

Η ντροπή της είναι τόση.

 

Με λυγμούς συνέχεια κλαίει

πως μετάνιωσε της λέει.

Τα παλιά θέλει να σβήσει

κι από την αρχή να ζήσει.

 

Κι ενώ ακόμα λάσπες στάζει

η Ζωή την αγκαλιάζει.

Στοργικό φιλί της δίνει

κι έναν στεναγμό αφήνει.

 

Και ω, τι θαύμα ξαφνικά

πάνε λάσπες και βρωμιά

κι η ζωούλα σαστισμένη

στ’ άσπρα βρίσκεται ντυμένη.

 

Από τότε είναι μαζί

η ζωούλα κι η Ζωή

κι η μικρή ποθεί με βιάση

στη Ζωή πιστά να μοιάσει.

 

Η ζωούλα είμαι εγώ

Ζωή λέω τον Χριστό.

Αν ζωούλα είσαι κι εσύ

ψάξε να ‘βρεις τη Ζωή.

 

(Τζένη  Αθανασοπούλου)