Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedInEmail this to someone

Υπήρχε άντρας πλούσιος

που πορφυρά φορούσε

και πάντα μεγαλόπρεπα

τις μέρες του τις ζούσε.

 

Και κάποιος Λάζαρος φτωχός

που ψίχουλα του ‘ρίχναν

και τις πληγές στο σώμα του

κάποια σκυλιά τις ‘γλύφαν.

 

Ο πλούσιος το Λάζαρο

ποτέ δεν τον βοηθούσε.

Τον έβλεπε στην πόρτα του

μα δεν τον συμπονούσε.

 

Σαν πέθανε ο Λάζαρος

στον Ουρανό εφέρθη.

Μα σαν ο πλούσιος πέθανε

στον Άδη κάτω εβρέθη.

 

Το Λάζαρο είδε ψηλά,

χαρούμενος φαινόταν.

Ενώ ο ίδιος στη φωτιά

φρικτά βασανιζόταν.

 

Και φώναξε στον Αβραάμ

το Λάζαρο να στείλει

με μια σταγόνα από νερό

να δροσιστεί στα χείλη.

 

– Τέκνο μου εσύ απόλαυσες

πλούτη και μεγαλεία

κι ο Λάζαρος τα βάσανα,

πόνο και δυστυχία.

Τώρα αυτός ευφραίνεται

με του Θεού το χάδι

κι εσύ θα βασανίζεσαι

παντοτινά στον Άδη.

Κι εκτός αυτού, χάσμα βαθύ

ανάμεσα υπάρχει

και δεν μπορεί απέναντι

κανείς να πάει ή να ‘ρθει.

 

– Τότε πατέρα Αβραάμ

στείλε τον να μιλήσει

στα πέντε τα αδέρφια μου

να τους προειδοποιήσει.

Τρόπο ζωής να αλλάξουνε

και να μετανοήσουν,

στον τόπο του βασανισμού

κι αυτοί, μην καταλήξουν.

 

– Έχει προφήτες ο Θεός.

Εκείνους ας ακούσουν

και του Θεού τις εντολές

πιστά ας υπακούσουν.

Μα αν εκείνους δεν δεχτούν

και δεν μετανοήσουν,

νεκρό να δουν ν’ αναστηθεί

πάλι θα αδιαφορήσουν.

(Τζένη  Αθανασοπούλου)

Σχόλια