Η ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΣΣΑ

Γυναίκα Σαμαρείτισσα
πηγαίνει στο πηγάδι
νερό να βγάλει αρκετό
να έχει για το βράδυ.

Άγνωστο άντρα συναντά
που εμπνέει εμπιστοσύνη.
Την πλησιάζει ευγενικά
γεμάτος καλοσύνη.

– Δώσε μου σε παρακαλώ
να πιω να ξεδιψάσω
κι από τον ήλιο τον καυτό
λίγο να ξαποστάσω.

– Πώς γίνεται Ιουδαίος συ
χάρη να μου ζητήσεις
που λογικά δεν θα ‘πρεπε
ούτε να μου μιλήσεις;

– Εγώ ήρθα στον κόσμο αυτό
γι’ αγάπη να μιλήσω
και με το ζωντανό νερό
ζωή να σας χαρίσω.

– Στάμνα στο χέρι δεν κρατάς
και άντλημα δεν έχεις.
Πού είναι τότε για να πιω
το ύδωρ που κατέχεις;

– Πήγαινε πρώτα κάλεσε
τον άντρα σου εδώ πέρα
μα βιάσου, κάνε γρήγορα,
γιατί περνάει η μέρα.

– Άντρα δεν έχω Κύριε,
δεν είμαι παντρεμένη.
Πέντε φορές παντρεύτηκα
και χήρεψα η καημένη.

– Γνωρίζω πως αλήθεια λες.
Ξέρω το παρελθόν σου.
Κι εκείνος που σε καρτερεί
άντρας δεν είν’ δικός σου.

– Κύριε βλέπω καθαρά
ότι προφήτης είσαι,
γι’ αυτό την απορία μου
εσύ αν θέλεις λύσε.
Πες μου πού πρέπει τον Θεό
να τονε προσκυνάμε;
Κάτω στην Ιερουσαλήμ
ή στο βουνό να πάμε;

– Άγιο Πνεύμα είναι ο Θεός.
Παντού βρίσκεται πάντα.
Εδώ, στην Ιερουσαλήμ,
στο όρος, στην πεδιάδα.
Όπου κι αν είσαι δόξαζε
εν Πνεύματι κι αληθεία.
Αυτό ζητάει ο Θεός,
πνευματική λατρεία.

– Ξέρω πως έρχεται ο Χριστός
πως έρχεται ο Μεσσίας
να εξηγήσει τις Γραφές,
λόγια να πει σοφίας.

– Γυνή, εγώ είμαι ο Χριστός,
εγώ που σου μιλάω.
Φέρνω το Λόγο του Θεού
σε όποιον συναντάω.

Τότε η Σαμαρείτισσα
πετώντας την κανάτα
έτρεξε στο χωριό να πει
σε όλους τα μαντάτα.

Κάποιοι τα αυτιά τους έκλεισαν.
Κάποιοι την κοροϊδέψαν.
Όμως οι περισσότεροι
ακούσαν και πιστέψαν.

(Τζένη Αθανασοπούλου)